Home | Επικοινωνία | Νέα & Ανακοινώσεις | Περιεχόμενα | Συντομεύσεις

Το AllWines.gr είναι μια προσπάθεια να πλησιάσουμε το κρασί. Να μείνουμε κοντά του. Να μπούμε στο μεθυστικό κόσμο του. Να αισθανθούμε τη χαρά της δημιουργίας του αλλά και της πορείας του από τον αμπελώνα στο ποτήρι μας. Μια πορεία με πολλές χαρές με ποικίλες δυσκολίες αλλά πάνω απ’ όλα με υπομονή και επιμονή στη ποιότητα...

 

1.11.2007: ΤΡΥΓΟΣ... Ένα στοίχημα με τη βροχή

Κοιτάζαμε μια στον ουρανό και μια στη γης. Ένα στοίχημα: να προλάβουμε τη βροχή... Να τρυγήσουμε.

Ο τρύγος. Ένας χορός με το χρόνο. Προσκύνημα στην ιερή άμπελο. Γιατί το αμπέλι έχει την αγιότητα του άχρονου καρπού. Χιλιάδες χρόνια τώρα το προσκυνούν άνθρωποι σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Διαφορετικοί μεταξύ τους. Κι όμως, λες και τα λεπτά κλαδιά του αμπελιού τους ενώνουν. Για να φτιάχνει κάθε λαός το δικό του Διόνυσο.

Ξεκινήσαμε βράδυ από την Αθήνα και το πρωί μας βρήκε στο Δύστο, στην Εύβοια. Ο φίλος μου ο Γιώργης έλεγε πως φέτος θα βάλουμε το δικό μας κρασί. Εγώ είχα στο μυαλό πώς να δείξω στην Ειρήνη τι είναι το αμπέλι, τι σημαίνει τρύγος.

Ο μπάρμπα-Γιάννης μας περίμενε. Είπαμε «καλό μήνα» στο αμπέλι. Τρεις γενιές. Ο μπάρμπα-Γιάννης, ο γιος του ο Γιώργης, τα εγγόνια του. Και οι εργάτες. Μετανάστες, που μένουν χρόνια στο Δύστο.

Πανηγύρι ο τρύγος. Αράδα, μικροί – μεγάλοι, πίσω από τον μπάρμπα-Γιάννη. Με το κλαδευτήρι, τρυγούμε τσαμπί το τσαμπί. Με το χέρι, ρώγα, τη ρώγα. Η Ελευθερία και η Ξένια χαίρονται πιο πολύ από τις μικρές που ζουζουνίζουν ανάμεσα στα κλήματα. Κάνουν κουράγιο. Να μην πέσει σταγόνα βροχής. Να προλάβουμε τον καιρό.

Σκύβουμε ευλαβικά μπροστά σε κάθε φυτό. Γιατί του πρέπει το προσκύνημα. Να μην λαβώσουμε τα κλαδιά. Να πάρουμε τον καρπό και να το αφήσουμε στην ησυχία του, μέχρι να ‘ρθει και πάλι ο καιρός να καρπίσει.

Γεμίζουν οι κοφίνες. Καμωμένες από λυγαριά. «Χέρια να έχεις στο αμπέλι. Πόλεμος είναι ο τρύγος», λέει ο μπάρμπα-Γιάννης. Πόλεμος με τον καιρό. Γιατί άμα κάνει και βρέξει προτού τρυγήσεις, πάει χάθηκε ο κόπος.

Ροζιασμένα τα χέρια του μπάρμπα-Γιάννη. Κι όμως τούτα τα ταλαιπωρημένα από το χρόνο χέρια χαϊδεύουν το αμπέλι, λες κι είναι χέρια νεαρού αγοριού που ερωτοτροπεί με γυναικείο κορμί. Γνωρίζει το αμπέλι σαν το χέρι του. Μας λέει πού είναι τα καλά κλήματα, για να κόψουμε σταφύλια για το σπίτι. Κείνος χαϊδεύει τα τσαμπιά.

«Πόσα χρόνια το έχεις το αμπέλι, μπάρμπα-Γιάννη», τον ρωτώ.

«Σαράντα-πέντε», μου λέει. «Μα είναι καλά κλήματα, καρπίζουν».

«Πότε πρωτομπήκες σε αμπέλι», του λέω.

«Τότε που γεννήθηκα», μου χαμογελά. Ογδόντα και βάλε τα χρόνια του μπάρμπα-Γιάννη. Κάνει ότι μπορεί για να περάσει στα παιδιά του την αγάπη του για το αμπέλι. Να μην αφήσουν τη γης.

 



Με τις κουβέντες, το παιχνίδι των πιτσιρικιών ανάμεσα στα κλήματα, γεμίζουν οι κοφίνες. Κι από εκεί, στο αυτοκίνητο. Ό,τι έχει ο καθένας. Αγροτικό, τρακτέρ. Οι καρότσες γεμίζουν γρήγορα, άμα έχεις χέρια.

Κι ύστερα στο πατητήρι. Παλιά, στην αυλή του σπιτιού ο καθένας αμπελουργός είχε το δικό του πατητήρι. Χτιστό, ή σκαλιστό σε πέτρα μαλακή.

Έριχναν τα σταφύλια στο πατητήρι και άρχισε άλλο πανηγύρι. Να πατήσουν τα σταφύλια, να τρέξει ο μούστος, να μεθύσουν όλοι από τις μυρουδιές. Και να πάρει η κυρά τον πρώτο μούστο, να τον βράσει για να κάνει μουσταλευριά, μουστοκούλουρα, πετιμέζι. Άλλες χαρές.

Τώρα όλοι τρέχουν στο σύγχρονο πατητήρι. Μιαν ανοξείδωτη χοάνη υποδέχεται τον καρπό. Ρώγες και τσάμπουρα συνθλίβονται μηχανικά. Τρέχει ο μούστος, μπαίνει στα βαρέλια. Οι μερακλήδες θα πάρουν όσο μούστο θέλουν για να βάλουν το δικό τους κρασί. Άλλοι το αφήνουν στο πατητήρι για να πάει για το εμπόριο. Τα τσάμπουρα που βγαίνουν ξέχωρα από τη μηχανή, θα πάνε για απόσταξη. Για τσίπουρο…

Μόλις βάλαμε στο πατητήρι και την τελευταία ρώγα από το αμπέλι, άνοιξαν οι ουρανοί. Έβρεχε κι εμείς σαν μεθυσμένοι από τις μυρουδιές, καθόμαστε μέσα στο νερό και βλέπαμε τον κόπο μας που δεν πήγε χαμένος. Πρώτος από όλους ο μπάρμπα-Γιάννης. Λες και ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του.

Με τη μαγκούρα στο χέρι μας συντόνιζε. Μαέστρος. Αφού έκλεισε η δεξαμενή με το μούστο που θα παίρναμε στο σπίτι, ο οινολόγος μέτρησε τα γράδα. «Καλό θα γίνει παιδιά. Πάνω από δώδεκα βαθμούς», μας είπε. Γελούσε κάθε ρυτίδα στο πρόσωπο του μπάρμπα- Γιάννη. Κι ύστερα η επιστροφή στο σπίτι.

Ο μούστος μεταγγίζεται στα ξύλινα βαρέλια. Με προσοχή. Να μην χαθεί σταλιά. Αμαρτία είναι. Ο μπάρμπα-Γιάννης έκλεισε τα βαρέλια με μια χούφτα από κλαδάκια θυμαριού. Να ανασαίνει το βαρέλι. Να αρχίσει να ζυμώνεται ο μούστος. Από τούτη την ώρα μετρούν οι μέρες για να ανοίξει το γιοματάρι. Σαράντα-πενήντα μέρες, ό,τι πει κι ο καιρός.

Στην Ειρήνη υποσχέθηκα πως από το γιοματάρι θα πιει το πρώτο της κρασί.

Κείμενο - Φωτογραφίες:
Χρίστος Καλουντζόγλου /ΑΠΕ

 

Προσθήκη: 1/11/2007
Τελευταία Ανανέωση: 1/11/2007

Για παλαιότερες δημοσιεύσεις κάντε κλικ εδώ.